Ποια Ελλάδα αγάπησα; Αυτή που δεν υπάρχει πια ή αυτή που δεν υπήρξε ποτέ;

Αυτή τη φορά έμεινα στην Ελλάδα αρκετά. Δέκα μέρες δηλαδή. Ερχόμενος, πίστευα ότι θα δω μια χώρα φάντασμα, με ανθρώπους σκιάχτρα και δρόμους ονείρων γεμάτους με λακούβες. Δεν είδα αυτό. Είδα όμως και αυτό.

Από την πρώτη μέρα κατάλαβα ότι ήταν μια διαφορετική χώρα. Απ’ όταν προσπάθησα να ανέβω τις σκάλες του Συντάγματος, και ένας ΜΑΤατζής, ακολουθώντας μια εντολή που ούτε ο ίδιος δε θα μπορούσε να δικαιολογήσει, μου είπε ότι δεν μπορώ να περάσω από εκεί. Αφού πέρασα με τον τρόπο μου, πήγα και στάθηκα σε μια στάση λεωφορείου μπροστά στο Πολεμικό Μουσείο. Εκεί συνειδητοποίησα ότι οι κλούβες της αστυνομίας που περνούσαν ήταν περισσότερες από τα αστικά. Αναρωτήθηκα αν βρισκόμουν σε μια δημοκρατική χώρα ή σε ένα απολυταρχικό καθεστώς.

Η Ελλάδα μου έδωσε την εντύπωση ότι πλέον δεν έχει ταυτότητα. Δεν έχει ένα πρόσωπο, έχει πολλά. Πολλά και διαφορετικά. Είδα την Ερμού γεμάτη, μέρα Παρασκευή, με ανθρώπους να κουβαλάνε σακούλες, δυο τρεις ο καθένας.  Πέρασα από τη Νομική και είδα στο παρκάκι ένα μικρό καταυλισμό αστέγων, μια μέρα που η θερμοκρασία άγγιζε τους 5 βαθμούς. Κάθισα σε μια καφετέρια του κέντρου που θύμιζε 2005, τότε που όλα πήγαιναν καλά (;), τότε που έχοντας κατακτήσει το Euro, κερδίζαμε και τη Eurovision και νομίζαμε ότι όλοι οι υπόλοιποι λαοί του κόσμου θα έσκυβαν μπροστά στην ένδοξη όψη μας. Γύρω μου άνθρωποι όλων την ηλικιών.

Η φίλη μου μου εξηγούσε πώς μια γνωστή της είχε πιάσει τρεις δουλειές για να έχει ένα αξιοπρεπές εισόδημα και έφτασε να μην πληρώνεται από καμία. Την προηγούμενη μέρα, μια άλλη φίλη μου μου έλεγε πώς έχασε τα τρία χιλιάρικα που της χρωστούσε ο Κωστόπουλος, όταν στην ΙΜΑΚΟ γινόταν, από τη μία, κατάσχεση από τους πιστωτές του και, από την άλλη, πλιάτσικο από τους υπαλλήλους που κατάλαβαν ότι θα έχαναν τα χρωστούμενα.

Για ποια χώρα μου μιλούσαν άραγε; Για την ίδια Ελλάδα που έβλεπα εγώ; Για την Ελλάδα που σε λίγο θα προβάλλεται το Sunshine Girls με κυράτσες των ΒΠ που θα επιδεικνύουν το πόσο καλά περνάνε στη χώρα που έχει στοχοποιηθεί ως αποτυχημένη οικονομικά και πολιτικά; Για την Ελλάδα όπου το αντι-lifestyle είναι το καινούριο lifestyle των εναλλακτικών, που αποκαλούν πλέον “vintage” ό,τι παλιατζούρες βρίσκουνε στην αποθήκη του παππού τους; Για την Ελλάδα όπου αυτοί που επιζητούν λαϊκή επανάσταση ξεφυσάνε τον καπνό του τσιγάρου τους στη μάπα του αντικαπνιστή, αδιαφορώντας πλήρως αν τον ενοχλεί ή όχι;

Μπερδεύτηκα.

Αν εγώ, που ξέρω καλά πόσο μεγάλη κρίση περνάει η Ελλάδα, βλέπω παντού γεμάτα μαγαζιά, τι βλέπουν άραγε οι ξένοι, που κινούνται στις περιοχές που κινήθηκα κι εγώ; Να βλέπουν κάτι διαφορετικό; Αν ήμουν Γερμανός και σήμερα, αντί για το Λονδίνο, επέστρεφα στο Βερολίνο, τι θα έλεγα στους φίλους μου; Ότι οι Έλληνες, τι; Δεν έχουν δουλειές; Γι’ αυτό είναι στις καφετέριες; Γι’ αυτό ψωνίζουν;

Και από την άλλη, δεν έχουν δικαίωμα να ψωνίζουν όσοι έχουν ακόμα λεφτά; Δεν έχουν δικαίωμα να πηγαίνουν για τσίπουρα και μεζέδες; Αν δεν κινούνταν αυτά τα χρήματα που υπάρχουν ακόμα, δεν θα είχε ήδη καταρρεύσει η αγορά;

Δεν ήταν αυτά όμως που με πείραξαν περισσότερο. Ήταν ο τύπος που, καθισμένοι εμείς σε ένα παγκάκι, ήρθε καταπάνω μας με το μηχανάκι του και, σταματώντας στα δέκα εκατοστά, μας είπε “Μην φοβάστε, δεν σας πατάω”. Πάρκαρε εκεί. Ακριβώς μπροστά μας. Ακριβώς πάνω σε μια διάβαση αναπήρων, καταμεσής του πεζοδρομίου έξω από το ΚΕΠ Βύρωνα.

Με πείραξε που είδα έναν μπίχλα να μεταφέρει φρατζόλες ψωμί, καβάλα σε ένα μηχανάκι, στον πεζόδρομο της Ανδριανού, ακουμπώντας τις επάνω στην μπλούζα του, φρατζόλες που θα έφταναν στο τραπέζι Ελλήνων και τουριστών που εκείνη την ώρα τον κοιτούσαν έκπληκτοι.

Με πείραξε που μου ζήτησαν πληροφορίες στο μετρό, και ενώ απάντησα με προθυμία, δεν άκουσα ευχαριστώ. Δυο μέρες αργότερα, κράτησα την πόρτα σε κάποιον πίσω μου βγαίνοντας από ένα κτίριο. Πάλι δεν άκουσα ευχαριστώ. Μπήκα σε ένα μαγαζί να ψωνίσω. Δεν άκουσα καλησπέρα. Ψώνισα, και εννοείται ότι δεν άκουσα ευχαριστώ. Ίσως, απ’ όλα όσα είδα, να ήταν αυτό που μου έκανε τη χειρότερη εντύπωση.

Ακόμα και αν κοιμάσαι με τα άγχη των δανείων, ακόμα κι όταν δεν ξέρεις πώς θα βγάλεις το μήνα, οφείλεις να είσαι ευγενικός στο διπλανό σου, γιατί και ο άλλος είναι στην ίδια θέση. Αν δεν μπορείς να πεις αυτό, το απλό ευχαριστώ, πώς περιμένεις ότι θα έρθει ένας καλύτερος κόσμος; Πώς θα μιλήσεις για δικαιοσύνη, ελευθερία και αλληλεγγύη όταν δεν μπορείς να είσαι ευγνώμων για κάτι τόσο μικρό, όταν ο άλλος σταματάει το χρόνο του για να σε εξυπηρετήσει;

Μπορεί να σου ακούγομαι υπερβολικός, αλλά ξέρω ότι στο συγκεκριμένο θέμα δεν είμαι. Η ευγένεια δεν έχει να κάνει με το πόσα λεφτά έχεις στην τσέπη, αλλά με το πόσα αποθέματα καλοσύνης έχεις στην καρδιά. Αν δεν έχεις, πάρε τον πούλο. Αυτός ο κόσμος σου αξίζει, οπότε σκάσε και μάθε να ζεις με αυτόν. Κανείς δεν αξίζει έναν καλύτερο κόσμο όταν δεν μπορεί να χαμογελάσει, όταν δεν μπορεί να πει ευχαριστώ (έχω κολλήσει με αυτό, το παραδέχομαι).

Δεν θέλω όμως να είμαι άδικος. Είδα και πολλά θετικά. Είδα κόσμο να περπατάει και να συζητάει για το σαθρό πολιτικό σύστημα. Συμμετείχα σε μια εκδήλωση όπου συζητήσαμε για το μέλλον του βιβλίου (ακούγεται άραγε σαν πολυτέλεια αυτό το τόσο βασικό;) Βέβαια, η συζήτηση έγινε σε ένα εναλλακτικό βιβλιοπωλείο, το Free Thinking Zone, όπου, όπως έγραψε και ο Economist, είναι βιβλιοπωλείο-καφέ, αλλά την ώρα που το επισκέπτηκε δεν μπορούσε να πουλήσει ούτε βιβλία ούτε καφέ. Ας όψεται ο νόμος. Αυτός ο νόμος που δεν άλλαξε, αλλά για κάποιο λόγο, ίσως ως δια μαγείας, θα φέρει επενδύσεις και ανάπτυξη επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα.

Προσπαθώ να καταλάβω αν αγαπάω την Ελλάδα. Αν την αγαπάω γι’ αυτό που είναι ή για αυτό που ήταν στα παιδικά μου χρόνια. Για τις πίτες της γιαγιάς, για το άρωμα του νυχτολούλουδου το καλοκαίρι, για το λουκάνικο στα κάρβουνα, για τη φωνή της Χαρούλας, για τα φοιτητικά μεθύσια. Είναι η Ελλάδα αυτή που αγαπώ και νοσταλγώ ή είναι οι δικές μου αναμνήσεις μια αθωότερης εποχής;

Δεν ξέρω.

Επιμύθιο: Αυτή τη στιγμή πετάω με μια ελληνική αεροπορική εταιρεία που σημειώνει διεθνείς επιτυχίες. Αριστερά μου δυο Ελληνίδες, μάνα και κόρη, που ζήτησαν από την αεροσυνοδό νηστίσιμο φαγητό. Δεξιά μου στη σειρά ένας Άγγλος που βλέπει ταινία στο iPad. Δύο κόσμοι διαφορετικοί. Κι εγώ ανάμεσα. Με ένα πόδι και στους δύο. Δύο κόσμοι που απομακρύνονται όλο και περισσότερο σιγά σιγά. Πρέπει να διαλέξω, γιατί αλλιώς θα διαμελιστώ. Τι να διαλέξω; Αυτό είναι που δεν μπορώ να απαντήσω. Αυτό είναι που με ενοχλεί. Αυτό είναι που με θυμώνει.

18 thoughts on “Ποια Ελλάδα αγάπησα; Αυτή που δεν υπάρχει πια ή αυτή που δεν υπήρξε ποτέ;

  1. Oπως και αλλού σου είπα, χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία στους έλληνες -στην Ελλάδα εκείνη- που ζώντας μια ζωή νομιμότατα και έντιμα, εξακολουθεί να βλέπει καθημερινά την παραβατικότητα να ζει και να βασιλεύει.
    Υπάρχει και αυτη η Ελλάδα, η έντιμη, που θυμώνει με αυτά και οταν αντιδρά, αντιμετωπίζει καθαρό νταβαντζιλίκι απο αυτούς που παρανομούν, και θα βρεθεί και σε μπλέξιμο απο πάνω.
    Υπάρχει αυτη η Ελλάδα και να μην την ξεχνάμε, που προσπαθεί να βρεί τρόπους αντίδρασης αποδυναμωμένη και απογοητευμένη επειδή μιά ζωή πίστευε στην νομιμότητα και σε μια καλή κοινωνία.
    Θα σου συνιστούσα να παραμείνεις στο εξωτερικό. Αυτο θα έκανα εγω.

  2. Κι εγώ που είμαι εγκλωβισμένος σ’αυτήν την Ελλάδα αρκετούς μήνες, λέω ότι σίγουρα θέλω να φύγω και να μην ξαναγυρίσω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι όταν φύγω θα έχω κάθε μέρα στο μυαλό μου το να ξαναγυρίσω. Η Ελλάδα είναι στο DNA μας με τα καλά της και τα κακά της και νομίζω ότι και με τη σημερινή κατάντια της ακόμη τα καλά είναι περισσότερα από τα κακά!!

  3. Ήρθα από το “THE SECRET REAL TRUTH”, όσο σε διάβαζα ήταν σαν να τα τα έγραφα εγώ. Ακριβώς αυτές είναι και οι δικές μου απόψεις!

    Είμαι κάτοικος Καναδά εδώ και 48,5 χρόνια, ευτυχώς δεν ήμουν ποτέ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, από την αρχή με κέρδισε η νέα γη! Όμως οι αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων κι εφηβείας είναι χαραγμένες πολύ βαθειά, με αυτές ζω, αναγνωρίζοντας την τύχη μου που έζησα την κατάλληλη στιγμη, σε μια Αθήνα που λίγοι γνώρισαν και έζησαν, αλλά και που οι ίδιοι την εξαφάνισαν στην πάροδο του χρόνου.

    Να περνάς καλά, να έχεις υγεία και με μεγαλη αγκαλιά υιοθέτησε την νέα σου πατρίδα, η Ελληνική νοοτροπία δεν αλλάζει, ούτε άλλαξε όταν ξανά έζησαν τα νέα χρυσά χρόνια του νεοπλουτισμού και της μιμήσεως!

    Εvie

  4. Πρίν ένα χρόνο,αναγκάστηκε το παιδί μου να γίνει οικονομικός μετανάστης στο Λονδίνο,γιατί η Ελλάδα με τον τρόπο της, τον έδιωξε από κοντά της.Αισθανόμουν μίσος για όλους και για όλα.Ακόμα και με τον εαυτό μου τα έβαζα, που είχα τάξει στον γιό μου,όταν ήταν μικρός,μιά Ελλάδα με αξιοπρέπεια,μιά κοινωνία πολιτισμένη,με ανθρώπους που σέβονται τον διπλανό τους.Δυστυχώς,και το λέω με πικρία,τίποτα από όλα αυτά δεν βρήκε.Μέχρι ενός σημείου,με κυρίευαν αρνητικά συναισθήματα για το όλο σύστημα και είχα τύψεις, βλέποντας το παιδί μου να ξενιτεύεται, για να ζήσει μιά ζωή με αξιοπρέπεια.Τώρα όμως,αυτά τα συναισθήματα άλλαξαν και έσβησαν οι τύψεις μου.Γιατί απλούστατα, περνάει καλά, έχει μια δουλειά που του αρέσει και έχει βρεί μια κοινωνία που ξέρει να σέβεται.Σε ευχαριστώ Ελλάδα, που έστειλες τον γιό μου στην ξενιτιά, για να βρεί εκεί, αυτά που δεν μπόρεσες ΕΣΥ να του προσφέρεις εδώ.Δεν σου κρατώ κακία! Στέφανε να περνάς καλά…

  5. Κατανοώ και συμμερίζομαι πολλά απ’αυτά που γράφεις ταυτόχρονα όμως διαφωνώ σε κάποια άλλα. Καταρχάς το δίλημμα που θέτεις στο τέλος φαίνεται σαν δίλημμα τεχνολογία ή παράδοση. Και τα 2 κατ’εμέ είναι απαραίτητα και τα 2 χρειάζονται εξίσου.

    Η εκτεταμένη αστυνόμευση για την οποία κάνεις λόγο, έρχεται απλά ως συνέπεια αυτών των πολιτικών, καθώς με τέτοια βίαιη φτωχοποίηση, το σύστημα έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ την αστυνομία και τις δυνάμεις καταστολής και σίγουρα αυτό δεν το λες δημοκρατία.

    Για την εικόνα της καταναλωτικής Αθήνας που αναφέρεις, σαφώς και υπάρχουν πολλοί που μπορούν ακόμα και καταναλώνουν ωστόσο είναι σημαντικά λιγότεροι σε σύγκριση με το παρελθόν και για μένα η εικόνα που κυριαρχεί όποτε βρίσκομαι στο κέντρο ιδίως είναι αυτή των αστέγων και ζητιάνων.Δε νομίζω ότι μπορεί να παραβλέψει αυτή την εικόνα κανείς ξένος τουρίστας όπου και αν κινηθεί στην πόλη.

    Σχετικά με την ευγένεια που τονίζεις, συμφωνώ ότι είναι πολύ σημαντική και ναι δεν έχει να κάνει τόσο με την οικονομική κατάσταση που βρίσκεται κάποιος αν και θεωρώ ότι όσο πιο γεμάτο πορτοφόλι έχει κάποιος τόσο πιο αγενής τείνει να είναι. Πρωτίστως όμως πιστεύω ότι η ευγένεια είναι θέμα βιωμάτων, που σημαίνει ότι από έναν άνθρωπο που έχει εξαπατηθεί, περιφρονηθεί ή και ακραία κακοποιηθεί, δεν περιμένεις να διαθέτει και αποθέματα καλοσύνης. Στην καλύτερη περίπτωση θα είναι κλειστός στο καβούκι του, στην χειρότερη εχθρικός. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας πιστεύω ότι είναι η έλλειψη σεβασμού και η έλλειψη εμπιστοσύνης και επειδή δε νομίζω ότι είναι κάτι που υπάρχει στο DNA μας, επιρρίπτω την κύρια ευθύνη γι’αυτό στο πολιτικό σύστημα της χώρας. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν και βρίσκονται ακόμα στην εξουσία είναι αυτοί που πρώτοι δεν σεβάστηκαν κανένα νόμο και εξαπάτησαν τους πολίτες αμέτρητες φορές. Διαμόρφωσαν αυτό το απόλυτα διεφθαρμένο σύστημα-πλαίσιο το οποίο αρκετοί πολίτες εκμεταλλεύτηκαν και οι περισσότεροι ανέχτηκαν έχοντας και άγνοια για το που μπορεί να οδηγήσει. Γι’αυτό και πιστεύω ότι πάρα πολλοί Έλληνες είναι τουλάχ. καχύποπτοι ως προς τον πλούτο, διότι σ’αυτό το διεφθαρμένο πλαίσιο, ο πλούτος ήταν το αποτέλεσμα πολύ συχνά παράνομης και ανήθικης συμπεριφοράς. Αυτός ο πολίτης λοιπόν που έχει πέσει θύμα εξαπάτησης πλειστάκις, είτε απο τους ταγούς του είτε από συμπολίτη του που είχε τη ροπή και μπορούσε ξεκάθαρα μες σ’αυτό το πλαίσιο να τον εκμεταλλευτεί ως από θέση ισχύος, αργότερα έπεσε και θύμα κακοποίησης από τις δυνάμεις καταστολής όταν βγήκε να υπερασπιστεί το δικαίωμά του σε μια αξιοπρεπή διαβίωση. Και στην κορυφή όλων αυτών, οι πολιτικοί να στρέφουν την μια κοινωνική ομάδα εναντίον της άλλης μπας και αλληλοφαγωθούν και γλιτώσουν οι ίδιοι κάποια από την οργή του κόσμου. Και επειδή δεν έχουν όλοι την ίδια παιδεία και καλλιέργεια, μπορώ να κατανοήσω ως ένα βαθμό αυτή την έλλειψη ευγένειας.

    Για να κλείσω, δυστυχώς πιστεύω ότι αυτή η χώρα δεν έχει κανένα μέλλον όσο δεν υπάρχει ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ. Δεν μπορείς να επιφέρεις τέτοια δραματική αλλαγή στη ζωή τόσων ανθρώπων και να μην τιμωρείται ούτε ένας υπεύθυνος. Όσο υπάρχει αυτό το αίσθημα αδικίας, οργής και έλλειψης εμπιστοσύνης, πολύ φοβάμαι ότι θα βλέπουμε όλο και πιο ακραίες συμπεριφορές. Χιλιοειπωμένο αλλά η κοινωνία όντως βράζει και όσο δεν αποκαθίσταται η δικαιοσύνη και δεν εκφράζεται ο λαός, η έκρηξη φαίνεται αναπόφευκτη και θα είναι σαρωτική.

  6. Αχ αυτοί οι Ελληνές οι μετανάστες! Αυτοί του εξωτερικού! Συνενοημένοι είμαστε και έχουμε όλοι την ωραία γεύση του ελαιόλαδου αλλα και την πικρή οξύτητα του οταν το παρακάνουμε με αυτό? Αυτός ο διχασμός είναι δύσκολος και εγώ το ενοιωθα μέχρι πρίν δύο περίπου χρόνια. Μάλλον έχω περάσει στο επόμενο πρωτόγνωρο συναίσθημα. Αυτό του να γεύομαι για δεύτερη φορά την γνωστή πικράδα και να έχω το διχασμό και στην δεύτερη πατρίδα που επέλεξα! Ελπίζω να σου μείνει ο δικός σου και να μην “χαλάσουν” τα πράγματα και στο Λονδίνο και στου καθενός το Λονδίνο. Είναι τόσο άδικο όμως, να μπορείς να δέχεσαι και να αγαπάς πατρίδες για όλο το ωφέλιμο χρονικό περιθώριο της ζωής σου.

  7. Ωραίο άρθρο Stef! Νομίζω πως πάνω κάτω όλοι έχουμε σκεφτεί κάτι απ’όλα αυτά που έγραψες. Και στα περισσότερα συμφωνώ εκτός του τελευταίου. Δεν είναι απαραίτητη ανάγκη να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο κουλτούρες γιατί πολύ απλά μέσα σου υπάρχουν κομμάτια και από τις δύο. Άλλωστε από πότε οι άνθρωποι είναι μονοδιάστατοι;

  8. Η Ελλάδα των αναμνήσεων σου δυστυχώς δεν υπάρχει. Είτε πέθανε είτε δεν υπήρξε ποτέ, δεν έχει σημασία.
    Η πλειοψηφία αυτών που περπατούν στη χώρα είναι:
    α. Απατεώνες που ξεζουμίζουν τους υπόλοιπους στην πρώτη ευκαιρία.
    β. Πρώην κομματόσκυλα ζαλισμένα απο το συνεχιζόμενο επί διετία ευρωπαϊκό χαστούκι βλαστημώντας την μοίρα τους.
    γ. Μυθομανείς και φαντασιόπληκτοι κυνηγώντας ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχώτη. Όπου ανεμόμυλος βάλε κεφάλαιο, Μέρκελ, Σκοτεινά συμφέροντα, Νεφελίμ κλπ.
    δ. Απλοί και κανονικοί άνθρωποι που προσπαθούν να καταλάβουν τι έγινε και που πηγαίνουμε, έρμαια των τριών πρώτων κατηγοριών.
    Το μέλλον; Πήγαινε στο παρελθόν και θα το βρεις καθώς η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα….

  9. Τα συναισθήματά σου είναι τυπικά των περισσότερων Ελλήνων του εξωτερικού που η Ελλάδα τους λείπει αλλά όταν πάνε εκεί για διακοπές τους πιάνει από το λαιμό.

    Καταλαβαίνω την πορεία σου γιατί έκανα τα ίδια βήματα δεκαετίες πριν από σένα και σήμερα ζω ευτυχής στο εξωτερικό. Μη έχοντας πια γονείς και στενούς συγγενείς στην Ελλάδα, πηγαίνω μόνο για διακοπές και όχι κάθε χρόνο.

    Λατρεύω τα καλά της αλλά δεν είναι αρκετά για νε με κάνουν να ανεχτώ τα προβλήματά της. Ούτε τα παιδιά μου θέλουν να ζήσουν εκεί. Οι Έλληνες πιστεύουν ότι πρεπει να παιδεύεσαι για τα προς το ελάχιστο ζείν, ότι η δημιουργία πλούτου είναι κακό, κλοπή ίσως, η ζωή πρέπει να διάγεται σε έντιμη ανέχεια. Η δουλειά πρέπει να κρατιέται σε επίπεδα που δεν επηρεάζουν την ποιότητα ζωής, τη βραδυνή έξοδο στην ταβέρνα, την εκδρομή του Σαββατοκύριακου, την κοπάνα της Δευτέρας, τον φραπέ στην πλατεία, τις μηνιαίες καλοκαιρινές διακοπές. Αν η τράπεζα τους δώσει δάνειο που δεν μπορούν να ξεπληρώσουν, φταίει η τράπεζα. Αν η κυβέρνηση δεν τους δώσει το ένα ή το άλλο επίδομα, φταίει η κυβέρνηση. Αν οι τιμές αυξηθούν στα ράφια, φταίει η κυβέρνηση. Αν η μπουτίκ στο Κολωνάκι χρεώνει τιμές ψηλότερες από την Bond Street, είναι γιατί πουλάει ποιοτικά είδη που δεν τα βρίσκεις που-θε-νά!

    Αντίθετα, εγώ και η οικογένειά μου πιστεύουμε ότι η δημιουργία πλούτου από την εργασία μας είναι καλό. Ότι όσο πιο σκληρά και δημιουργικά δουλέψουμε, τόσο πιο πολλά θα περιμένουμε και τελικά θα αποκτήσουμε. Ότι πρέπει να πληρώνεις όλους τους φόρους σου. Ότι να έχεις πισίνα και γήπεδο τέννις στη βίλα σου δεν είναι κακό. Ότι οι νέοι δικαιούνται να ονειρεύονται πότε θα βγάλουν το πρώτο τους εκατομμύριο, και να δουλεύουν για αυτό.

    Φυσικα τα παραπάνω με κάνουν ξένο στην Ελλάδα και στην νοοτροπία του Έλληνα που με μαζοχισμό περνάει συχνά από το τραπέζι του Προκρούστη. Που όταν ο θεός στη γνωστή παραβολή τον ρωτάει τι θέλει να κάνει για αυτόν, αυτός λέει “να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα”.

    Η άποψή μου? Η εποχή μας είναι η εποχή της Οικονομίας. Η πατρίδα της γέννσης πεθαίνει σαν έννοια, όπως πεθαίνει και η πάτρια γειτονιά και το πάτριο χωριό. Οι οικονομικές πατρίδες, οι πατρίδες επιλογής (επίτηδες ο πληθυντικός) έχουν αντικαταστήσει τις παλιές έννοιες. Μείνε εκεί που είσαι, δούλεψε χωρίς να μετράς ώρες και κατώτερα μεροκάματα, θέσε τα όνειρά σου ψηλά και φτάσε τα. Πήγαινε στην Ελλάδα για διακοπές, για μπάνιο στη θάλασσα και φραπέ στην παραλία. Αφιέρωσε τον εαυτό σου στην οικονομική σου πατρίδα(-ες) και μην ζητάς από την Ελλάδα ό,τι δεν μπορεί να σου δώσει.

      1. Δεν θα συμφωνήσω με το παραπάνω σχόλιο. Πόσο άθλιο είναι να μετράμε τις ζωές μας με ‘οικονομικά’ κριτήρια, σαφώς είναι σημαντικό μέρος της ζωής μας αλλά με πιάνει αηδία οτι οι άνθρωποι που το έχουν σαν πρωταρχική αξία. ο Έλληνας πάντα είχε και τα καλά και τα κακά του και προσωπικά δεν μου αρέσει ο Νεοέλληνας, αλλά τρία χρόνια που ζω και ταξιδεύω όσο μπορώ στο εξωτερικό μου αρέσει πολύ ο ΈΛΛΗΝΑΣ. το μόνο πρόβλημα είναι οτι έχουν καταστρέψει την παιδεία μας, όσο περισσότερο μπορούν και για αυτό δεν φταίνε οι πολίτες. αλλά προσωπικα δεν μου αρέσουν αυτές οι δυτικολάγνες περιγραφές. είμαστε διαφορετικοί και στα περισσότερα είμαστε πιο ωραίοι. μπορεί να κάνω και λάθος αλλά τουλάχιστον η περιγραφή που έκανε ο Κύριος παραπάνω με οδηγούσε σε σκέψεις απο το βιβλίο new brave world του aldus huxley που με κάνουν να νιώθω φρίκη, γιατι χειρότερο είναι να νιώθεις οτι είσαι ευτυχής αλλά να μην είσαι ελεύθερο όν παρά να είσαι ‘δύστυχής’ και να το συνηδειτοποιείς.

  10. Ο μόνος λόγος που αισθάνομαι ότι “πρέπει” να διαλέξω είναι επειδή νιώθω ότι δεν μπορώ πλέον να συμβιβάζω μέσα μου τόσο διαφορετικούς κόσμους. Έρχομαι στην Αγγλία και οι άνθρωποι περνάνε καλά, βγαίνουν για φαγητό και χαλάνε λεφτά χωρίς ενοχές, λες και γυρνάω πίσω στο χρόνο της Ελλάδας. Έρχομαι στην Ελλάδα και προσπαθώ να μετριάσω τις εντυπώσεις για την ευμάρεια της Αγγλίας, που ακόμα κι αυτή πλέον βρίσκεται σε κίνδυνο.
    Ξέρω ότι στο τέλος δεν θα διαλέξω, γιατί δεν μπορώ, αλλά φοβάμαι ότι κάπως έτσι θα διχαστούμε όλοι.

  11. Γιατί να πρέπει να διαλέξεις; Γιατί ενώ υπάρχεις εσύ, εγώ, άλλοι τόσοι σαν εμάς , να πρέπει αναγκαστικά να θεωρούμε τη χώρα μας μια χώρα ηθών και εθίμων που σε παραπέμπουν στο παρελθόν; Γιατί να πρέπει να είναι ή άσπρο ή μαύρο; Γιατί η Ελλάδα και οι Έλληνες δεν αφήνουν την εξέλιξη να πάρει το δρόμο της; Γιατί εγώ που δε θέλω το εθιμο της ‘πλουτοκρατίας” και του “lifestyle” να κατακρίνομαι από τους υπόλοιπους κατά τ’άλλα Ελληναράδες; Και γιατί τέλος πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε μία αγγλική νοοτροπία που δε μου πάει και σε μία ελληνική που και πάλι δε μου πάει (βλ. νηστίσιμα φαγητά και τάπερ που έλεγες τις προάλλες); Δε μ’αρέσει που αναγκάζεσαι να γυρνάς σε μια Ελλάδα υποδουλωμένη σε ματ και βουλευτές και τρόικες…

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

RELATED POST

Τι θέση έχει η παράδοση σε μια παγκοσμιοποιημένη εποχή;

Πριν μπω στο κυρίως κείμενο, μια σύντομη παράγραφος για το πώς λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος επειδή θα μας χρειαστεί: Ο…

Χρόνια σου πολλά, με το ζόρι.

Είχα ανέκαθεν ένα θέμα με τις "αναγκαστικές" γιορτές, αυτές για τις οποίες δεν χρειάστηκε να κάνεις τίποτα άλλο από το…

Το πρόβλημα που η Ελλάδα δεν γνωρίζει ότι έχει

Όλες αυτές τις εβδομάδες ετοίμαζα μια σημαντική παρουσίαση και επιτέλους ήρθε η βδομάδα που θα την παρουσιάσω. Το θέμα της…

Τροχαία δυστυχήματα ή δολοφονίες;

Μία άγνωστη στον Έλληνα οδηγό συντομογραφία είναι η Λ.Ε.Α. Αν έχεις δίπλωμα και δεν ξέρεις τι είναι, τότε σκισ’ το…